Η Πρωτοχρονιά

Για την πρωτοχρονιά της παλαιάς Ζακύνθου, τι άλλο καλύτερο από το να αφήσουμε έναν από τους παλαιούς να μας τα περιγράψει όπως τα έζησε . Απολαύστε από το βιβλίο του Ντίνου Θεοδόση "Αναμνήσεις από την παλιά Ζάκυνθο"

Στην προπολεμική Ζάκυνθο η πρωτοχρονιά γιορταζόταν με διαφορετικό τρόπο από τώρα.Όλοι περιμέναμε την ημέρα αυτή με αγωνία γιατί θα μας κάνανε τους μποναμάδες και μαζύ με όσα άλλα χατζηλίκια είχαμε μαζέψει από πριν Ο «Τρισινολόγος» που ρίχναμε μέσα τις οικονομίες μας και τον σπάζαμε την Πρωτοχρονιά για να αγοράσουμε λαχνούς από τις λοταρίες και άλλα παιχνίδια.και τα είχαμε φυλάξει στους τρισινολόγους μας θα αγοράζαμε τα διάφορα παιγνίδια μας και θα τρέχαμε στις λοταρίες της Πλατείας Ρούγας και του Γιοφυριού να πέρναμε τους λαχνούς μας με την ελπίδα μήπως μας πέσει καλό δώρο.Εν τω μεταξύ οι πατεράδες μας και όλοι οι άλλοι προετοιμάζανε τις τσέπες τους με όσα χρήματα είχαν από τις οικονομίες τους να πάνε στα καφενεία, ή στα μαγαζιά του χωριού ή ακόμη και σε σπίτια για να τζογάρουνε.

Και όλες αυτές οι προετοιμασίες άρχιζαν από μικρούς και μεγάλους αμέσως μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων.Και πρώτα οι νέοι της εποχής. Οι μαθητάδες στα ραφτάδικα κουβαλούσαν τα παραγγελμένα και έτοιμα κοστούμια στα σπίτια των πελατών και αφού τους λέγανε, μεγιά και του χρόνου εισπράτανε το "πιπεράτζιο" τους.

 

Στα τσαγγαράδικα διπλώνανε σε χαρτί τα έτοιμα παραγγελμένα παπούτσια τα παραδίνανε στους πελάτες και απλόνοντας τα χέρια τους λέγανε μεγιά το πιπεράτζιο μου.

Στα κουρεία μετά το μπαρμπέρεμα και το ξύρισμα του κάθε πελάτη σι μαθητάδες τον βουρτσίζανε να φύγουν οι τρίχες τον βοηθούσαν να φορέσει το πανοφόρι του, του δίνανε το καπέλλο του λέγανε και του χρόνου και εισπράτανε και από εκεί το πιπεράτζιο τους.Το ίδιο γινόταν και στα άλλα μαγαζιά που οι μαθητάδες κουβαλούσαν τα ψώνια στα σπίτια των πελατών.Πιπεράτζια εισπράτανε και κοπέλλες που ήσαν μαθήτριες σε μοδιστράδικα, κομμωτήρια, καπελλάδικα και σε άλλες δουλειές γυναικείες, όπου και αυτές τα φυλάγανε στον τρισινολόγο τους και ντυνότανε αγοράζοντας φουστανάκια, παλτά, παπούτσια και άλλα γυναικεία είδη.

Με όσα χρήματα μαζεύανε και με τους μποναμάδες που τους κάνανε δεν παραλείπανε και αυτές να αγοράζουν τα παιχνίδια τους και λαχνούς από τις λοταρίες.

Όσοι όμως πηγαίναμε σχολείο αυτές τις ημέρες καλοπιάναμε και κάναμε γαλιφιές στους γονείς μας και στους άλλους συγγενείς και γνωστούς γιατί περιμέναμε από αυτούς τους μποναμάδες της πρωτοχρονιάς.

Προσωπικά εγώ, όπως θυμάμαι, στις δεκαπέντε ημέρες που είχαμε διακοπές λόγω των εορτών στα σχολεία που καθόμουν στο χωριό, εμάζευα εληές από χάμω που είχαν πέσει από την κακοκαιρία φθάνοντας κάθε μέρα από πέντε 

Μία φωτογραφία με τους παλιούς Ζακυνθινούς τραγουδιστάδες:Γιάννη Κουρούμαλο, Γιάννη Γρίλο, Στέλιο Στρούζα, Γιάννη Αμούντη, Φιλ. Στρούζα, Λάνα, Παλαιολόγο, Τζώρτζη Κωστή, Γιάννη Κουντουρη κ.α.

έως δέκα λίτρες που τις πουλούσα και από εκεί οικονομούσα μέχρι τριάντα δραχμές.

Αλλά κάθε βράδυ ξάπλωνα για ύπνο κατακουρασμένος γιατί μου πονούσε η μέση μου και τα γόνατά μου από το σκύψιμο.

Με τέτοιες λοιπόν συνθήκες ζούσαμε εκείνες τις προπολεμικές εποχές, σε αντίθεση με τα σύγχρονα παιδιά που έχουν τις ανέσεις και δεν κουράζουνται γιατί το έχουν όλα και αν τους ρωτήσεις θα πούν ότι δε είναι ευχαριστημένα από τη ζωή τους.

Οι πατεράδες μας, οι μπαρμπάδες και όλοι οι άλλοι μεγάλοι στην ηλικία, συνηθίζανε όπως είπα από τις παραμονάδες όταν περνούσαν τα Χριστούγεννα και μέχρι του Φωτώνε να πέζουν χαρτιά και να τζογάρουνε. Οι χωρικοί στα μαγαζιά του χωριού ή σε σπίτια και οι χωραΐτες στα καφενεία, ακόμη δε και στα δυο Καζίνα στο Λομβαρδιανό και στο Ρωμιάνικο που παίζανε εκεί χοντρά παιχνίδια με πολλά χρήματα, οι συνδρομητές των καζίνων αυτών που ήσαν στην πλειοψηφία τους αφεντάδες και μεγαλέμποροι.

Κατά τα ξημερώματα φεύγανε για τα σπίτια τους άλλοι χαμένοι και λιγότεροι κερδισμένοι. Μερικοί όμως μανιώδεις τζογαδόροι φτάνανε μάλιστα σε σημείο ύστερα από χασούρες να πουλάνε ή να υποθηκεύουν ακίνητα ακόμη και χρυσαφικά στο Ενεχειροδανιστήριο ή σε καπάτσους ανθρώπους που καιροφυλακτούσαν και τα αγοράζανε μισοτιμής.

Είχε ακουστεί τότε ότι γνωστός χωραΐτης τζογαδόρος, φυσικά τώρα μακαρίτης, είχε τόσες χασούρες όπου έφθασε σε σημείο να πουλήσει και να το παίξει για μια βραδυά ένα ανώγειο σπίτι που είχε σε κεντρικό σημείο της πόλης. Ακόμη θυμάμαι όπως θα το θυμούνται και άλλοι, που υπήρχαν άνθρωποι γνωστοί που τζογάριζαν μόνιμα σε χαρτοπαικτικά στέκια και που καταλήγανε να πεθαίνουν πρόωρα καρδιακοί από την αγωνία τους αν θα τους τύχει καλό χαρτί.

Επίσης πολλοί τζογαδόροι ήσαν και καυγατζίδες και κάνανε φαγομάρες στις οικογένειές τους μέχρι και που έδερναν τις γυναίκες τους γιατί εναντιονότανε στους άνδρες τους να μην τζογάρουν και να χάνουν τα χρήματά τους που τα αποκτούσαν με τόσους κόπους και στερήσεις και που πολλές φορές αφήνανε νηστικά και τα παιδιά τους γιατί δεν είχαν να τους ψωνίσουν.

Συνεχίζοντας θα δώσω μια εικόνα για το πως γιορταζόταν η Πρωτοχρονιά στην παλιά Ζάκυνθο:

Όταν ξυπνούσαν στα σπίτια πρωί Αγιοβασιλιάτικα αφού πλενόταν βγαίνανε στην αυλή του σπιτιού και κοιτάζοντας προς την Ανατολή που έβγαινε ο ήλιος και στα γύρω ψηλά βουνά και μετά στον ουρανό κάνανε το σταυρό τους τρεις φορές για να είναι γούρικος και να περάσουν καλά τον καινούργιο χρόνο, όπως το είχαν συνήθεια. Μετά μπαίνανε στο σπίτι και ασπαζόταν μεταξύ τους με πρώτο το ανδρόγυνο και ανταλλάσανε ευχές: "χρόνια πολλά για τον καινούργιο χρόνο να τον περάσουμε με υγεία και χαρά".

Πηγαίνανε στο μαγερείο που ήταν αναμένη φωτιά και είχε ζέστα, βάζανε πάνω στη σιδερωστρία το τηγάνι γεμάτο λάδι και αφού έκαιγε καλά ρίχνανε μέσα τις τηγανίτες που τις είχαν "αναπιάσει” μαζύ με σταφίδα, γλυκάνισο και χυμό πορτοκαλιού. Μετά το τηγάνισμά τους τις κενονανε με μια κουτάλα μέσα σε μια βαθουλή γαδίνα, τους ρίχνανε επάνω σουσάμι, κανέλλα και μέλι και τρώγανε ο καθένας από ένα πιάτο ζεστές όπως ήταν, και πίνανε κονιακ.

Από πριν είχανε πιει για ρόφιμα από μια φλετζάνα ζεστή αλιφασκιά.Στη συνέχεια για το μεσημεριανό φαγητό ετοίμαζαν τα ταψιά με αρνί, γαλόπουλο ή και χοιρινό με πατάτες και άλλοι συνήθως χωρικοί συνηθίζανε να σφάζουν από την παραμονή ένα κόκορο καλοθρεμένο που τον μαγείρευαν μέσα στην πήλινη παδέλα με μπόλικη σάλτσα που ρίχνανε και μακαρόνια.

Από πολύ ενωρίς την παραμονή παρέες από παιδιά γυρίζανε στα σπίτια και τα μαγαζιά και τραγουδούσανε τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, ενώ άλλα μεγαλύτερα τα τραγουσούσαν με κιθάρα, μαντολίνο ή και φισαρμόνικες που τις φυσούσαν με το στόμα.

Ακόμη και πρόσκοποι με προσκοπίνες λέγανε τα κάλαντα.

Αργότερα βγαίνανε και οργανωμένες παρέες από μεγάλους τραγουδιστάδες, σαν είδος χορωδίας που μαζύ με μαντολίνα και κιθάρες τραγουδούσανε διάφορα κάλαντα πιο πολλοί δε και του Κατσίγιαλου το: "Αρχημηνιά καλή χρονιά και αρχή του Γεναρίου αύριο ξημερώνεται του Αγίου Βασιλείου...κ.λ.π.” και στο τέλος που είχαν μαζευθεί πολλοί να τους ακούσουν λέγανε: "και του χρόνου, χρόνια πολλά”. Ενα παιδί κοντά στην παρέα κρατούσε ένα κουτί με χρωματιστό χαρτί με μια τρύπα στο επάνω μέρος που ρίχνανε τα χρήματα μέσα.Όλες αυτές οι οργανωμένες παρέες που τραγουδούσαν τα κάλαντα πρώτα κάνανε αρχή από τη Νομαρχία στο Νομάρχη που ήτο στην πλατεία Ρούγα, μετά στο Δεσπότη, στο Δήμαρχο, στις Τράπεζες και συνεχίζανε στα μαγαζιά της πλατείας Ρούγας μέχρι τον Αγιο Παύλο και το μεσημέρι σταματούσαν να ξεκουραστούν.

Το απόγευμα ξεκινούσαν πάλη και μέχρι αργά το βράδυ πηγαίνανε στα αρχοντόσπιτα των αφεντάδων, οι οποίοι τους περίμεναν σαν και τι στα μεγάλα τους σαλόνια μαζύ με πολλούς συγγενείς και γνωστούς τους που τους είχαν καλέσει να ακούσουν τα κάλαντα, γιατί από ειδοποιήσεις ειδικές που είχαν λάβει από την παρέα της χορωδίας και τις λέγανε τότε μανιφέστα" τους ορίζανε πια περίπου ώρα θα περνούσαν.Εκεί οι χορωδοί έβαζαν τα δυνατά τους να τους ευχαριστήσουν γιατί εκτός από τα κεράσματα πέφτανε και γερά φιλοδορήματα σε χρήμα.

Την εποχή εκείνη υπήρχαν στη Ζάκυνθο οι ξακουστοί τραγουδιστάδες και οργανοπαίκτες που σχηματίζανε τις παρέες:

Νιόνιος Λαμπίρης, Γιάννης Στάμος, Δήμος Σπαθάτος, Σπύρος Στρούζας, Νιόνιος Μακρής, Νιόνιος Λέτζερης, Σπύρος Λάγιος, Γεράσιμος Κουρέντες, Γιάννης Μαγγιόρος, Σπύρος Αρβανιτάκης, Γιάννης Αμούντης, Γιώργης Τσιρόπουλος, Μπάμπης Κόκκινος -ο Χονδρόμπαμπος-, Πιέρρος Πανταζής, Γιάννης Σταμίρης, Μιχάλης Κουτσουβέλης, Γιώργης Κολπονδίνος-ο Τέρτσας-, Παύλος και Ανδρέας Χρυσάφης, Αντρέας Χιώνης, Αντρέας Μπελούσης ή Σόλος, Γιάννης Κουρούμαλος και άλλοι.

Αλλοι τραγουδιστάδες από τις έξω μεριές βγαίνανε σε παρέες και λέγανε τα κάλαντα με αρέκιες χωρίς κιθάρες και μαντολίνα και αυτοί ήσαν οι αξέχαστοι κανταδόροι:

Νιόνιος Λαδικός ή Σούρδος, Σπύρος Κεφαλληνός ή Μεταξάς, Μίμης Ροδόπουλος, Παν. Νέγκας, Παν. Πατσόπουλος, Θανάσης Ραλάης, Δήμος Ραλάης, Παν. Φουρνογεράκης ή Καραμπινιέρης, ο Κουτρουμπής, Στάθης Πομόνης, οι Μείντανέοι, Κώστας Κυριακίδης και άλλοι.

Παράλληλα έβγαινανε για τα κάλαντα και η φιλαρμονική του Δήμου που έπαιζε χαρούμενους σκοπούς με τον αξέχαστο μαέστρο της Γιάννη Πήλικα χωρισμένη σε τέσσερες μπάντες που γυρίζανε σε όλη τη χώρα. Τις μπάντες αυτές συνοδεύανε και οι Μίμης Ζωχιός, Κατσιλαρίδης, Μπομπέος και ο Κεφαλληνός της Ιον. Τράπεζας. Πέρνανε σβάρνα όλα τα μαγαζιά και τα σπίτια, τις Τράπεζες, Υπηρεσίες, αρχοντολόγια και όλα τα άλλα γραφεία.

Συνεχίζανε δε και την άλλη μέρα της Πρωτοχρονιάς.

Στις 10.30' το πρωί όλη η φιλαρμονική συγκεντρωνόταν έξω από τη Μητρόπολη που θα γινόταν η καθιερωμένη δοξολογία για το Νέο έτος.

Η Εκκλησία γέμιζε από τις επίσημες Αρχές του τόπου, τα Σωματεία με τα λάβαρά τους και από κόσμο. Όταν τελείωνε η δοξολογία μετά την Πρωτοχρονιάτικη ευχή που διάβαζε ο Μητροπολίτης, η φιλαρμονική επαιάνιζε χαρούμενους σκοπούς και όλοι ανταλλάσσανε ευχές με ασπασμούς.

Κάθε χρόνο την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ο σατυρικός ποιητής Σπύρος Μαρίνος ή Μισοπούλης κυκλοφορούσε το ’’Αγκάθι" του στέλνοντας ευχές με τους στοίχους του, σε αρχές, προσωπικότητες και διάφορους άλλους που πραγματικά τους "τσίμπαγε".

Την παραμονή και ανήμερα της Πρωτοχρονιάς μέχρι και περασμένα μεσάνυχτα μαζευόταν πολύς κόσμος και σουλατσάριζε στην πλατεία Ρούγα από την Ανάληψη μέχρι το Ρωμιάνικο Καζίνο.

Όλα τα καταστήματα ήσαν διάπλατα φωτισμένα και στολισμένα με τα είδη που πουλούσαν και με διάφορα Αγιοβασιλίτικα παιχνίδια.

Σε μερικά δε από αυτά είχαν στηθεί και "λοταρίες", όπως στα υαλοπωλεία των Σπύρου Καψάσκη, του Πέτρου Μαρίνη, του Αλέκου Καλόφωνου κ.ά.

Ακόμη και τα χρυσοχοεία των Νικ. Μαρίνου, Παν. Λευκαδίτη κ.λ.π. είχαν "λοταρίες" με ακριβότερους όμως λαχνούς γιατί είχαν καλύτερα δώρα, όπως ρολόγια ξυπνητήρια, ασημένιους δίσκους, βραχιόλια, σταυρούς με καδίνες, κολλιέ, σκουλαρίκια, δακτυλίδια κ.λ.π.

Είχαν λοιπόν τοποθετήσει στα ράφια και στις βιτρίνες όσα είδη - δώρα βάζανε σε λαχνούς με ένα χαρτάκι κολλημένο επάνω που έγραφε ένα αριθμό. Αντίστοιχους αριθμούς είχαν σημειωμένους σε άλλα μικρά τυλιγμένα χαρτάκια στρογγυλά και τα είχαν ρίξει μέσα στην κληρωτίδα, που ήτο ένα καβουρδιστήρι του καφέ τυλιγμένο με χρωματιστό χαρτί και γυρίζοντάς το με το χερούλι ανακατευόταν τα χαρτάκια με τους αριθμούς όπου ένα μικρό κοριτσάκι της παρέας ή του καταστήματος τραβούσε από ένα και ο αριθμός που έγραφε κέρδιζε το ανάλογο δώρο.

Ακόμα και σε άλλα καταστήματα της πλατείας Ρούγας είχανε λαχνούς με περιορισμένο αριθμό δώρων όπου και εκεί δοκιμάζανε ιδίως παιδιά την τύχη τους. Είχαν δε στηθεί και υπαίθρια "μαγαζάκια" με διάφορα Αγιοβασιλίτικα παιχνίδια, όπως κούκλες, φουσκομένα χρωματιστά μπαλόνια, ταμπουρλάκια, αυτοκινητάκια, ταπίνια, ποδηλατάκια κ.λ.π.

Μερικοί επιπλοποιοί είχαν εκθέσει στην πλατεία Ρούγα με λαχνούς σε λοταρία έτοιμες ντουλάπες, κομά, λαβαμάδες, μπουφέδες κ.λ.π. που και γι' αυτά αγόραζαν τους λαχνούς τους.

Όλος ο δρόμος και μέσα στις κολώνες ήταν γεμάτος από κόσμο που αποτελούσαν το αδιαχώρητο. Το τί γινόταν από τις χαρούμενες φωνές, τα αστεία, από το θόρυβο και τα βουϊτά που κάνανε τα διάφορα παιχνίδια δεν περιγράφονται.

Σφυρίχτρες, χρωματιστές φλογέρες, που τις φυσούσαν και κάνανε διάφορους ήχους, ζουζούνια, τρικιτράκες, γιογιά που τα ανεβοκατεβαζανε με σπάγγο και τραγουδούσανε ρυθμικά: "το γιογιό σου το κρεμαστό σου", φυσαρμόνικες, πιστολάκια με φελό, φιδάκια χάρτινα χρωματιστά που τα φυσούσαν οι νεαροί και έφθαναν μέχρι τους λαιμούς των κοριτσιών, κροτίδες που τις πατούσαν και έκαναν πολλούς και παρατεταμένους κρότους και άλλα πολλά.

Μια τέτοια Πρωτοχρονιά, νομίζω το 1936, θυμάμαι που απογιοματάκι ξεκινήσαμε από το χωριό εμείς τα αδέλφια με τις αδελφές μας παρέα με άλλα παιδιά και αυτά με τις αδελφάδες τους που πήραμε μαζύ μας ότι είχαμε οικονομήσει από μποναμάδες και από τον "τρισινολόγο" μας - κουμπαρά - που ήταν πήλινος και τον σπάγαμε εκείνη την ημέρα και περνώντας από την Εκκλησία του Αγίου Διονυσίου προσκυνήσαμε για το καλό του χρόνου και στη συνέχεια τραβήξαμε για την πλατεία Ρούγα. Εκεί ανακατοθήκαμε με τον άλλο κόσμο που είχε πλημμυρίσει το δρόμο και τις κολώνες και αφού αγοράσαμε διάφορα παιχνίδια και κάναμε μερικές βόλτες καθήσαμε στη σειρά και τραβήξαμε λαχνούς από τη λοταρία. Μας τύχανε διάφορα δώρα, όπως ποτήρια, βάζα, παραμάνες, φουρκαδέλες κ.ά. εμένα μου έτυχε μια κτένα που κτενιζόμαστε τότε και βγάζαμε από τα μαλλιά μας τις ψίρες. Στη μικρότερη αδελφή μου έτυχε το καλύτερο δώρο, ένα ρολόϊ ξυπνητήρι που δεν είχαμε από αυτό στο σπίτι και μας ήτο πολύ απαραίτητο για το λητρουβείο.

Ακριβούς λαχνούς δεν αγοράσαμε γιατί ήσαν, όπως είπα με καλύτερα δώρα και δεν μας φτάνανε τα χρήματά μας.

Οι λοταρίες αυτές συνεχιζόταν μέχρι του Φωτώνε το βράδυ που ήταν και τό τέλος των εορτών, γιατί από την άλλη μέρα ανοίγανε τα σχολεία, αρχίζανε κανονικά οι δουλειές από όλους και κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Και μετά από όλα αυτά ήλθε η ξαφνική λαίλαπα του πολέμου που μαζύ με κάθε άλλη παλιά συνήθεια σάρωσε και σχεδόν σιγά - σιγά έσβυσε το Ζακυνθινό αυτό έθιμο.

Μετά τον πόλεμο και την απελευθέρωση ελάχιστη κίνηση παρουσίαζε τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς ο δρόμος της πλατείας Ρούγας με τα μαγαζιά που μείνανε όρθια ύστερα μάλιστα και από το βομβαρδισμό του κέντρου της πόλεως από αγγλικό "συμμαχικό" αεροπλάνο, την 21 Ιανουαρίου 1944.

Μέχρι τους σεισμούς του 1953 έβλεπε κανείς λίγα μαγαζιά, λίγα παιχνίδια, ελάχιστες λοταρίες και λιγότερο κόσμο χωρίς το κέφι και τον ενθουσιασμό της προπολεμικής εποχής.

Η φοβερή σεισμοπυρκαϊά του 1953 ήτο και το τελειοτικό κτύπημα που έσβυσαν για πάντα πολλά από τα παλιά Ζακυνθινά έθιμα και θαφτήκανε μαζύ με τους θησαυρούς του Νησιού μας μέσα στα ερείπια και τις στάχτες από την πυρκαϊά.

Και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές και μούρχονται στη θύμηση όλα όσα γινόταν παλιά και που περνώντας μέρες τέτοιες από την πλατεία Ρούγα με πιάνει μια νοσταλγική συγκίνηση και ψυθιρίζω:

"Που είναι το χρόνια εκείνα τα παλιά...;".

 

Get Adobe Flash player