Ερμηνεία λέξεων

Οι ερμηνείες των λέξεων που χρησιμοποιούνται στα σκαρτσοφόλια: 

(από "Αναμνήσεις από την παλιά Ζάκυνθο του Ντίνου Θεοδόση)

A

Αποκατιανά = Δεύτερης ποιότητας
Απιαστο = Αμεταχείριστο
Αποκόντο = ακόμα...
Αμπάς (βλέπε γαμπάς)
Αμττιτο = πολυτελές γυναικείο φόρεμα Ασπρο = Νόμισμα επί Βενετοκρατίας

Β

Βέστα = Γυναικείο φόρεμα
Βελόνες τσουραπιόνε = βελόνες για την κατασκευή χειροποιήτων καλτσών.
Βασταγούρι = Γάιδαρος
Βραμέντε = βέβαια
Βελούδο (1) = Είδος υφάσματος
Βελέττα = Αριστοκρατικό δαντελένιο σκέπασμα της κεφαλής
Βέλο = Λεπτή καλύπτρα προσώπου
Βελέσι = Εξωτερικό γυναικείο ένδυμα

Γ

Γαμπάς = Είδος ανατολίτικου επανωφο­ριού
Γεμένι = Ζωγραφιστό λεπτό φακιόλι
Γολιέδες = Περιλαίμια

Δ

Διάνα = Είδος υφάσματος
Δραμές = Δραχμές
Διάφορο = Τόκος
Δαμασκί (ο) = Υφασμα πολυτελείας
Διπλάρι = Χοντρό ντόπιο ύφασμα
Δίμπτο = Ύφασμα ρομβοΰφαντο

Κ

Καλορίζικο = Σερνικό αγόρι
Κατρογιάλι = Ουροδοχείο
Καπόνι = Ευνουχισμένος κόκορας
Κότολλο = Ασπροβέλεσο ή σοτοβέλεσο, εσωτ. γυναικείο φόρεμα.
Κολλάρος = Σκέπασμα της ωμοπλάτης
Κασέλλα = Κιβώτιο στο οποίο τοποθε­τούνται είδη ρουχισμού
Καρινόκομο = Έπιπλο τραπεζοειδές με πολλά συρτάρια
Κατίβο = Δεύτερης ποιότητας
Κουταλόπλατες = Ωμοπλάτες
Κολοννάτο = Νόμισμα, Ισπανικό τάλληρο αξίας 5,5 δρχ.
Καμιζι (ο)λλα = Εσωτερικό γυναικείο κοντό φόρεμα
Κοκκιέτα = Σιδερένιο κρεββάτι
Kασκάδα = Είδος γυναικείων μανικιών με φαρδιά τα κάτω άκρα
Κοντογούνι = Γυναικεία ζακέττα μέχρι τη ζώνη
Κορίτος = Δοχείο πέτρινο που πίνουνε νερό τα ζώα
Κρεσπάκι = Είδος γυναικείου μαντηλιού της κεφαλής σε σχέδιο καπέλου.
Κομό ρεμεσένιο = Έπιπλο με πολλά συρτάρια, τραπεζοειδές.

 Λ

Λαπάντε λάδι = Καθαρό με μηδέν οξύτητα -Λήψη = Φτάση

 Μ

Μπάντις = Μαδέρι
Μπράτσο = Μέτρο μήκους μεγαλύτερο του πήχυ
Μπουρδάρο = Αιφνιδιάζω
Μακρινάρα = Ορθογώνιο μεγάλο μαξιλάρι ίσο με το πλάτος του κρεββατιού.
Μπούστος = Σουτιέν
Μπόλια = Προσόψιο υφασμένο στον αργαλειό
Μεσωφόρι = Γυναικείο εσώρουχο
Μαντηλό(νι) = Κάλλυμα των ώμων και της κεφαλής των γυναικών
Μπελερίνα = Κάλλυμα των ώμων μάλλινο χειροποίητο
Μανταπολάμι = Υφασμα (κ. χασές)
Μηλιόρα = Προβάτα έγκυος
Μαρτέζα = Γίδα με μεγάλα βυζιά
Μπέρτα = Κάλλυμα ώμων
Ματινέ = Γυναικεία ελαφρά πρωϊνή ζακέττα
Μπροστήθι = Σουτιέν

 Ν

Νόνα = Γιαγιά
Ντουζίνα = Δωδεκάδα
Ντουμάνα = Γυναικεία γκιλώτα Κ. βρακί)

Ξ

Ξαστόχισα = ξέχασα
Ξενοτικές = Ευρωπαϊκές

Π

Παστρικό κι άπιαστο = Αμεταχείριστο καινούργιο
Παληάτσα = Ελαφριά κουβέρτα βαμβακε­ρή τ’ αργαλειού
Παληαρίτσο = Αχυροστρωμνή
Προσκέφαλα = Μαξιλάρια
Παράδες = Μικρά χάλκινα νομίσματα, μικρότερα του μονόλεπτου - χρήματα.
Προσκεφαλάδα = Μεγάλο μαξιλάρι
Πέτσα = Τόπι υφάσματος
Πατανία = Κουβέρτα μάλλινη
Πορκάκι = Σουτιέν
Πρεντσιπεργιόργι = Γυναικείο εσωτερικό φόρεμα μεταξωτό ή λινό και κολλαρισμέ­νο.
Πλουμιστό = Στολισμένο με φιόρα ή με άλλα φανταχτερά χρώματα/σταμπάδα.

Ρ

Ριάλι ή Ρεάλι = Ισπανικό αργυρό νόμισμα
Ρεγάλο = Δώρο

Σ

Στρίποδο = Κλινοδίποδο
Στραπουντί = Κλινοστρωμνή γεμάτη μαλλί ή σανό
Σκαμπαβία = Εσωτερικό γυναικείο φόρε­ μα νυκτός (νυχτικό)
Σπαλάπες = Καλύπτρα των γυναικείων ώμων
Σερβέττα ή Σερβιέττα = Μεταξωτό μαντήλι της κεφαλής των γυναικών - Τραπεζομάντηλο.
Σεντόνι πάνινο = Σεντόνι βαμβακερό
Σοταμπάρκες = Αμπέχωνα των χωρικών
Σοτοβέστες = Εσωτερικό γυναικείο φόρε­ μα
Σουρτού = Γαλλικό επιτραπέζιο σερβίτσιο
Σοτάνα = Βενετσιάνικο γυναικείο φόρεμα από τη μέση και κάτω

Τ

Τσουράπια = Κάλτσες πλεχτές στο χέρι
Τζερέπα = Φούρνος σπιτικός από λαμαρί­ να
Τορνολέπο = Λευκό ύφασμα διακοσμημέ­ νο που τύλιγε το κρεββάτι για να μη φαίνονται εκείνοι που κοιμόντουσαν.
Τιμπετόδιανα = Γυναικείο ύφασμα
Τουβαλίθια = Πετσέτες φαγητού
Τσουράπια βενετσιάνικα = Κάλτσες χειροποίητες με ζωγραφιές
Τζιμπούνι η τσιπούνι = Εσώρουχο γυναι­κείο φέρεμα κοντό χωρίς μανίκια.

X

Χρειαζούμενο = Ουροδοχείο
Χεργιού = Χειρός

Get Adobe Flash player